Η γήρανση του δέρματος ξεκινάει πολύ πριν τις ρυτίδες - Ποιο είναι το πρώτο «σιωπηλό» σημάδι
Το κολλαγόνο μπορεί να παραμένει άφθονο, αλλά να έχει ήδη αρχίσει να χάνει τη δομική του συνοχή χρόνια πριν.
Η γήρανση του δέρματος φαίνεται ότι αρχίζει πολύ νωρίτερα από όσο πιστεύαμε μέχρι σήμερα. Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό ACS Nano δείχνει ότι η πρώτη αλλαγή στο κολλαγόνο του δέρματος δεν είναι η μείωση της ποσότητάς του ούτε η ορατή λέπτυνση των ινών του, αλλά μια πολύ πιο λεπτή μεταβολή στη δομή του. Οι ερευνητές εντόπισαν ότι χάνεται πρώτα η οργανωμένη «συνεργασία» των μορίων του κολλαγόνου, πριν εμφανιστούν οι γνωστές φθορές που σχετίζονται με τη γήρανση.
Το κολλαγόνο αποτελεί το βασικό δομικό υλικό του δέρματος και είναι υπεύθυνο για τη σφριγηλότητα, την αντοχή και την ελαστικότητά του. Μέχρι σήμερα οι περισσότερες μελέτες αξιολογούσαν τη γήρανση του κολλαγόνου παρατηρώντας αν οι ίνες γίνονται πιο λεπτές, πιο αραιές ή λιγότερο συνδεδεμένες μεταξύ τους. Ωστόσο, παρέμενε άγνωστο ποια είναι η πρώτη αλλαγή που πυροδοτεί αυτή τη διαδικασία.
Το κολλαγόνο χάνει πρώτα την εσωτερική του συνοχή
Η νέα έρευνα προτείνει μια διαφορετική εικόνα. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, το κολλαγόνο αρχίζει να χάνει την εσωτερική του οργάνωση πολύ πριν μειωθεί η μάζα του. Με άλλα λόγια, το υλικό παραμένει εκεί, αλλά τα μόριά του παύουν να λειτουργούν με τον ίδιο συντονισμένο τρόπο. Για να ανιχνεύουν τις πιο πρώιμες μεταβολές του, προτού αυτές γίνουν ορατές με τις κλασικές μεθόδους, οι επιστήμονες δείγματα κοιλιακού δέρματος από τρεις ενήλικες δότες, τα οποία αντιπροσώπευαν διαφορετικά στάδια δομικής κατάστασης του κολλαγόνου. Για τον σκοπό αυτό συνδύασαν πολλές τεχνικές, ώστε να το παρατηρήσουν σε διαφορετικές κλίμακες: από το επίπεδο των μορίων μέχρι το επίπεδο των ινών και του συνολικού δικτύου του δέρματος. Με απλά λόγια, οι ερευνητές δεν εξέτασαν μόνο πόσο κολλαγόνο υπάρχει, αλλά και πόσο καλά οργανωμένο είναι.
Το σημαντικότερο εύρημα ήταν ότι σε ένα πρώιμο στάδιο το κολλαγόνο διατηρούσε σχεδόν την ίδια ποσότητα και κάλυψη στον ιστό, όμως είχε ήδη χάσει σημαντικό μέρος της οργανωμένης τρισδιάστατης δομής του. Η διαφορά μπορεί να γίνει κατανοητή με ένα απλό παράδειγμα. Ένα σκοινί μπορεί να φαίνεται άθικτο, αλλά αν οι ίνες που το αποτελούν αρχίσουν να χαλαρώνουν και να χάνουν τη συνοχή τους, η αντοχή του μειώνεται πριν ακόμη κοπεί ή λεπτύνει. Κάτι παρόμοιο φαίνεται ότι συμβαίνει και στο κολλαγόνο του δέρματος.
Στα επόμενα στάδια, όταν η εσωτερική αυτή συνοχή είχε ήδη διαταραχθεί, άρχισαν να εμφανίζονται οι πιο γνωστές αλλοιώσεις: οι ίνες έγιναν πιο αποσπασματικές, άλλαξαν προσανατολισμό και το δίκτυο του κολλαγόνου έχασε μέρος της συνέχειάς του. Παράλληλα μειώθηκε και το οπτικό σήμα που συνδέεται με την οργανωμένη δομή των ινών, ένδειξη ότι το κολλαγόνο είχε γίνει λιγότερο αποτελεσματικό ως δομικό υλικό.
Οι ίνες παραμένουν, αλλά το δίκτυο αποδυναμώνεται
Ένα ακόμη ενδιαφέρον αποτέλεσμα ήταν ότι η ποσότητα του κολλαγόνου δεν ακολουθούσε πάντα τις αλλαγές στη δομή του. Σε ορισμένες περιοχές του δέρματος υπήρχε ακόμη άφθονο κολλαγόνο, αλλά η οργανωμένη εσωτερική του διάταξη είχε ήδη διαταραχθεί. Αυτό σημαίνει ότι η παρουσία του κολλαγόνου από μόνη της δεν αρκεί για να εξασφαλίσει τη μηχανική αντοχή του δέρματος.
Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η γήρανση του κολλαγόνου ίσως δεν είναι απλώς μια διαδικασία απώλειας υλικού, αλλά μια διαδικασία απώλειας οργάνωσης. Καθώς η εσωτερική συνοχή μειώνεται, οι ίνες γίνονται λιγότερο συνεργατικές, το δίκτυο χάνει την ικανότητά του να κατανέμει ομοιόμορφα τις δυνάμεις και τελικά εμφανίζονται οι ορατές αλλοιώσεις που σχετίζονται με τη γήρανση, όπως η χαλάρωση και οι ρυτίδες.
Η σημασία της εξασθένησης του κολλαγόνου στον οργανισμό
Η σημασία της ανακάλυψης δεν περιορίζεται μόνο στην αισθητική γήρανση. Το κολλαγόνο αποτελεί βασικό συστατικό σε πολλούς ιστούς του ανθρώπινου σώματος, π.χ. σε τένοντες, συνδέσμους, αιμοφόρα αγγεία και διάφορα όργανα. Αν η απώλεια αυτής της εσωτερικής συνοχής αποδειχθεί ότι προηγείται και σε άλλους ιστούς, θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για νέες μεθόδους έγκαιρης διάγνωσης και παρακολούθησης εκφυλιστικών αλλαγών.